Καθώς ο Νοέμβριος πλησιάζει και ο υδράργυρος αναμένεται να σημειώσει αισθητή πτώση, τα ελληνικά νοικοκυριά βρίσκονται ξανά αντιμέτωπα με το κρίσιμο ερώτημα της επιλογής του πιο οικονομικού τρόπου θέρμανσης. Η συγκριτική υπολογιστική ανάλυση για μια τυπική κατοικία 100 τετραγωνικών μέτρων με μέτρια μόνωση και πεντάωρη ημερήσια χρήση αναδεικνύει σημαντικές ανατροπές στον ενεργειακό χάρτη, καθώς οι διακυμάνσεις στις τιμές των καυσίμων ανατρέπουν τα μέχρι σήμερα δεδομένα.
Στην πρώτη θέση των πιο συμφερουσών επιλογών αναδεικνύονται με διαφορά οι αντλίες θερμότητας υψηλής ενεργειακής απόδοσης. Το μέσο μηνιαίο κόστος λειτουργίας τους διαμορφώνεται μόλις στα 48 ευρώ, παρά το γεγονός ότι απαιτούν υψηλή αρχική επένδυση για την αγορά και την εγκατάστασή τους. Αμέσως μετά ακολουθούν τα κλιματιστικά τεχνολογίας inverter, τα οποία επιβαρύνουν τον μηνιαίο οικογενειακό προϋπολογισμό με περίπου 73 ευρώ. Στον αντίποδα, το φυσικό αέριο υποχωρεί στην τρίτη θέση της σχετικής λίστας με κόστος που αγγίζει τα 94,7 ευρώ μηνιαίως, εξαιτίας της σημαντικής ανόδου που σημείωσαν οι διεθνείς τιμές του καυσίμου.
Την ίδια στιγμή, οι πιο ακριβές λύσεις απαιτούν ιδιαίτερη προσοχή από τους καταναλωτές. Το πετρέλαιο θέρμανσης αναδεικνύεται φέτος στον πιο δαπανηρό τρόπο θέρμανσης, φτάνοντας τα 144,3 ευρώ τον μήνα (με αρχική τιμή διάθεσης στα 1,55 ευρώ ανά λίτρο), προσπερνώντας οριακά τα ηλεκτρικά σώματα και τις θερμάστρες που διαμορφώνονται στα 143 ευρώ μηνιαίως. Τα παλαιότερα κλιματιστικά χωρίς τεχνολογία inverter ακολουθούν επίσης με υψηλό κόστος στα 105 ευρώ. Τα ευρήματα επιβεβαιώνουν ότι χωρίς τη χρήση αντλίας θερμότητας ή σύγχρονων inverter, οι πολίτες θα κληθούν να βάλουν βαθιά το χέρι στην τσέπη για να ζεσταθούν.



