Σημαντικά και πρωτοποριακά ευρήματα σχετικά με τις προϋποθέσεις και τις απαιτήσεις για την ανάπτυξη ενός ενδεχόμενου ελληνικού προγράμματος πυρηνικής ενέργειας φέρνει στη δημοσιότητα η νέα μελέτη της Athlos Energy, η οποία εκπονήθηκε σε συνεργασία με την αμερικανική NAC International.

Σύμφωνα με την ανάλυση, ένας ενδεικτικός πυρηνικός σταθμός ισχύος 1.200 MW θα μπορούσε να παράγει ετησίως περίπου 9,5 TWh ηλεκτρικής ενέργειας. Η ποσότητα αυτή ισοδυναμεί με το ένα έκτο της συνολικής ηλεκτρικής παραγωγής της Ελλάδας το 2024, καταδεικνύοντας το τεράστιο ενεργειακό αποτύπωμα μιας τέτοιας επένδυσης. Η λειτουργία του σταθμού θα απαιτούσε, κατά μέσο όρο, ετήσιο ανεφοδιασμό με καύσιμο που περιέχει περίπου 19 τόνους εμπλουτισμένου ουρανίου, επιβεβαιώνοντας την υψηλή ενεργειακή πυκνότητα του πυρηνικού καυσίμου. Το δε ετήσιο κόστος προμήθειας και κατασκευής του καυσίμου εκτιμάται σε περίπου 82 εκατομμύρια ευρώ —σε τιμές 2026— ποσό που αντιστοιχεί σε μόλις 0,87 λεπτά του ευρώ ανά παραγόμενη κιλοβατώρα.

Η έκθεση υπογραμμίζει ότι η ανάπτυξη πυρηνικών σταθμών συνολικής ισχύος από 2.000 έως 3.000 MW στη χώρα μας θα αντιστοιχούσε μόλις στο 1% των παγκόσμιων αναγκών, γεγονός που σημαίνει ότι οι ποσότητες αυτές μπορούν εύκολα να καλυφθούν μέσω της διεθνούς αγοράς. Ωστόσο, οι ειδικοί επισημαίνουν ότι ο έγκαιρος σχεδιασμός, η διαφοροποίηση των πηγών προμήθειας και η διατήρηση στρατηγικών αποθεμάτων καυσίμου στον σταθμό είναι απολύτως κρίσιμα μέτρα για την εγγύηση της ασφάλειας εφοδιασμού, θωρακίζοντας τη χώρα απέναντι σε γεωπολιτικές αναταράξεις.

Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται επίσης στη διαχείριση των πυρηνικών αποβλήτων. Ο συνιδρυτής της Athlos Energy, Δρ. Διονύσης Χιώνης, τονίζει ότι η διαμόρφωση μιας αξιόπιστης και βιώσιμης εθνικής στρατηγικής για το χρησιμοποιημένο καύσιμο αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση από την πρώτη κιόλας ημέρα προετοιμασίας του προγράμματος, με παράλληλη εξασφάλιση μακροχρόνιας χρηματοδότησης και αξιοποίηση της τεχνογνωσίας χωρών όπως η Φινλανδία, η Σουηδία και η Γαλλία.



Source link