Σημαντική και ιδιαίτερα αισθητή επιβάρυνση στους λογαριασμούς του ηλεκτρικού ρεύματος φέρνει ο μήνας Οκτώβριος για χιλιάδες νοικοκυριά και επιχειρήσεις σε ολόκληρη τη χώρα. Η μέση τιμή στη χονδρεμπορική αγορά ενέργειας εκτινάχθηκε στα 190 ευρώ ανά μεγαβατώρα, καταγράφοντας μια θεαματική και κατακόρυφη αύξηση της τάξης του 21% σε σύγκριση με τα επίπεδα του Σεπτεμβρίου.

Η αλματώδης αυτή άνοδος δεν αποτελεί ένα τυχαίο φαινόμενο, αλλά είναι η απευθείας απόρροια της συνεχιζόμενης εκτόξευσης των διεθνών τιμών στα καύσιμα. Η τιμή του πετρελαίου τύπου Brent αγγίζει πλέον τα 114 δολάρια το βαρέλι, σημειώνοντας εντυπωσιακή άνοδο 75% σε ετήσια βάση. Την ίδια στιγμή, η τιμή του φυσικού αερίου ξεπέρασε τα 100 ευρώ ανά μεγαβατώρα, καταγράφοντας αλματώδη αύξηση κατά 222% σε σχέση με την αντίστοιχη περσινή περίοδο. Το διπλό αυτό εκρηκτικό ράλι συμπαρασύρει αναπόφευκτα τόσο το συνολικό κόστος θέρμανσης όσο και το κόστος παραγωγής της ηλεκτρικής ενέργειας.

Οι ραγδαίες αυτές μεταβολές έχουν ήδη αποτυπωθεί στα λιανικά τιμολόγια των παρόχων, δημιουργώντας νέα δεδομένα για τον προϋπολογισμό των πολιτών. Στα σταθερά «μπλε» τιμολόγια οι χρεώσεις κυμαίνονται από 11,5 έως 16 λεπτά ανά κιλοβατώρα, ενώ στα κυμαινόμενα «πράσινα» παρατηρούνται τεράστιες διακυμάνσεις, που ξεκινούν από τα 14,7 και φτάνουν έως και τα 27,3 λεπτά.

Τα αναλυτικά αριθμητικά δεδομένα αποκαλύπτουν ότι για πολύ μικρές μηνιαίες καταναλώσεις έως 200 κιλοβατώρες, το πράσινο τιμολόγιο διατηρεί ακόμη ένα οριακό πλεονέκτημα. Ωστόσο, για τη μεσαία και μεγάλη κατανάλωση ενός τυπικού νοικοκυριού, δηλαδή από 300 έως 400 κιλοβατώρες, τα σταθερά «μπλε» τιμολόγια υπερέχουν πλέον ξεκάθαρα. Προσφέρουν αισθητά χαμηλότερη τελική επιβάρυνση, καθώς διαμορφώνονται στα 67 με 82 ευρώ, έναντι των 77 με 100 ευρώ που κοστίζουν τα πράσινα. Για τον λόγο αυτό, παρατηρείται μια μαζική στροφή των καταναλωτών προς τα σταθερά συμβόλαια, προκειμένου να θωρακιστούν απέναντι στις αλλεπάλληλες ανατιμήσεις της αγοράς.



Source link