Γράφει η Πέγκη Τζαμουράνη
Σε ένα βαθύ πολιτικό αδιέξοδο —το οποίο θυμίζει τις αλλεπάλληλες εκλογικές αναμετρήσεις της περιόδου 2019-2022— εισέρχεται το Ισραήλ μετά τις πρώτες βουλευτικές εκλογές από την 7η Οκτωβρίου. Παρά την ιστορικά υψηλή συμμετοχή που άγγιξε το 78%, η κάλπη της 27ης Οκτωβρίου δεν έβγαλε καθαρό νικητή.
Με την ενσωμάτωση των επίσημων αποτελεσμάτων να ξεπερνά το 70%, το δεξιό-θρησκευτικό μπλοκ του Μπενιαμίν Νετανιάχου ανατρέπει την εικόνα της απόλυτης ισοπαλίας των exit polls και προηγείται με 54 έως 56 έδρες (με το Λικούντ πρώτο κόμμα στις 27 έδρες). Στον αντίποδα, το ετερόκλητο μπλοκ της αντιπολίτευσης υπό τον πρώην αρχηγό του Γενικού Επιτελείου Στρατού, Γκάντι Άιζενκοτ (κόμμα «Γιασάρ»), συγκεντρώνει 47 έως 48 έδρες. Την ίδια ώρα, ιστορική άνοδο καταγράφουν τα δύο αραβικά κόμματα (η «Κοινή Λίστα» και το ισλαμιστικό «Ραάμ»), τα οποία αθροίζουν 17 έως 19 έδρες και αναδεικνύονται στον απόλυτο ρυθμιστή του πολιτικού σκηνικού.
Καθώς κανένα από τα δύο βασικά στρατόπεδα δεν διαθέτει τον «μαγικό αριθμό» των 61 εδρών στην Κνέσετ των 120 βουλευτών, η εντολή σχηματισμού κυβέρνησης από τον Πρόεδρο Ισαάκ Χέρτζογκ μετατρέπεται σε μια εξαιρετικά σύνθετη πολιτική σκακιέρα. Στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων βρίσκονται πλέον τέσσερα βασικά σενάρια:
1. Το σενάριο των «αποστασιών» και το ρήγμα στους Υπερορθόδοξους (Κυβέρνηση Συνασπισμού)
Για να σχηματιστεί μια κλασική κυβέρνηση πλειοψηφίας (61+ εδρών), κάποιο από τα δύο μπλοκ θα πρέπει να «σπάσει» το αντίπαλο στρατόπεδο, προσελκύοντας κόμματα ή μεμονωμένους βουλευτές.
- Το χαρτί του Άιζενκοτ: Το επιτελείο της αντιπολίτευσης ποντάρει στην κόπωση των υπερορθόδοξων κομμάτων (Shas και Ενωμένη Τορά του Ιουδαϊσμού – UTJ, που ελέγχουν από 7 έδρες το καθένα). Ήδη στελέχη του Shas άφησαν ανοιχτό το ενδεχόμενο μέσω του Channel 12 να συμμετάσχουν σε κυβέρνηση υπό τον Άιζενκοτ σε δεύτερο χρόνο, υπό έναν απαράβατο όρο: να περάσει ένας «λογικός» νόμος που θα διατηρεί την απαλλαγή των υπερορθόδοξων σπουδαστών από τη στρατιωτική θητεία. Ωστόσο, μια τέτοια υποχώρηση θα προκαλούσε σφοδρή αντίδραση από τον Αβιγκντόρ Λίμπερμαν και την κεντροαριστερά, που έκαναν σημαία τους την υποχρεωτική στράτευση για όλους.
- Το χαρτί του Νετανιάχου: Ο Ισραηλινός πρωθυπουργός, περιμένοντας και την καταμέτρηση των «διπλών φακέλων» (ψήφοι στρατιωτών και διπλωματών, που παραδοσιακά ευνοούν τη δεξιά), ελπίζει να φτάσει τις 57-58 έδρες και στη συνέχεια να πιέσει μεμονωμένους δεξιούς βουλευτές από τα κόμματα του Ναφτάλι Μπένετ ή του Γκάντι Άιζενκοτ να αυτομολήσουν, επικαλούμενος την εθνική ανάγκη απέναντι στο Ιράν και τη συνεργασία με τον Ντόναλντ Τραμπ.
2. Κυβέρνηση Μειοψηφίας με «δίχτυ ασφαλείας» από τα Αραβικά Κόμματα
Σύμφωνα με το ισραηλινό κοινοβουλευτικό σύστημα, μια κυβέρνηση δεν χρειάζεται απαραίτητα 61 θετικές ψήφους για να ορκιστεί, αλλά περισσότερες θετικές παρά αρνητικές ψήφους κατά την ψηφοφορία παροχής ψήφου εμπιστοσύνης.
- Σε αυτό το σενάριο, ο Γκάντι Άιζενκοτ θα μπορούσε να σχηματίσει κυβέρνηση μειοψηφίας (47-48 εδρών) με την εξωτερική στήριξη ή την αποχή των αραβικών κομμάτων.
- Ο Μανσούρ Αμπάς (επικεφαλής του Ραάμ με 6 έδρες), ο οποίος είχε συμμετάσχει και στην κυβέρνηση Μπένετ-Λαπίντ το 2021, δήλωσε ήδη έτοιμος για διαπραγματεύσεις, ενώ η «Κοινή Λίστα» (13 έδρες) προσέφερε κοινοβουλευτικό «δίχτυ ασφαλείας» προκειμένου να απομακρυνθεί ο Νετανιάχου από την εξουσία.
- Το αγκάθι: Μια τέτοια κίνηση θεωρείται πολιτικό ταμπού για τη δεξιά πτέρυγα της αντιπολίτευσης (Μπένετ, Λίμπερμαν). Ο ίδιος ο Νετανιάχου έχτισε όλη την προεκλογική του εκστρατεία πάνω στο σύνθημα «Ή δεξιά ή Παλαιστίνη», κατηγορώντας τον Άιζενκοτ ότι σχεδιάζει να κυβερνήσει με τις ψήφους των Αράβων.
3. Κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας (Με ή χωρίς τον Νετανιάχου)
Αν οι διαπραγματεύσεις οδηγηθούν σε τοίχο, η πίεση της κοινής γνώμης για μια Κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας μεταξύ του Λικούντ και των κομμάτων του Κέντρου (Άιζενκοτ, Μπένετ) θα αυξηθεί κατακόρυφα — άλλωστε, πρόσφατες δημοσκοπήσεις έδειξαν ότι το 55% των Ισραηλινών προτιμά μια κυβέρνηση ενότητας παρά νέες κάλπες.
- Ένας τέτοιος συνασπισμός θα άφηνε εκτός εξουσίας τόσο τους ακροδεξιούς συμμάχους του Νετανιάχου (Μπεν Γκβιρ και Σμότριτς) όσο και τα αραβικά κόμματα.
- Το εμπόδιο εδώ είναι ένα και ακούει στο όνομα Μπενιαμίν Νετανιάχου: Ο Άιζενκοτ και οι σύμμαχοί του έχουν δεσμευτεί ότι δεν πρόκειται να συγκυβερνήσουν με το Λικούντ όσο ο Νετανιάχου παραμένει στην ηγεσία του. Ήδη στελέχη της αντιπολίτευσης καλούν τους βουλευτές του Λικούντ σε «εσωκομματική εξέγερση» ώστε να αντικαταστήσουν τον Νετανιάχου και να ανοίξουν τον δρόμο για κυβέρνηση ενότητας, σενάριο που ωστόσο φαντάζει εξαιρετικά δύσκολο μετά την ισχυρή καταγραφή του Λικούντ στην κάλπη.
4. Πολιτικό Βραχυκύκλωμα, «Μεταβατική Κνέσετ» και Νέες Εκλογές
Εάν κανένας εντολοδόχος δεν καταφέρει να συγκεντρώσει πλειοψηφία εντός των συνταγματικών προθεσμιών (μια διαδικασία που μπορεί να διαρκέσει σχεδόν δύο μήνες), η Κνέσετ θα διαλυθεί και το Ισραήλ θα οδηγηθεί σε νέες εκλογές στις αρχές του 2027, με τον Νετανιάχου να παραμένει υπηρεσιακός πρωθυπουργός.Ωστόσο, ακόμη και σε αυτό το σενάριο, υπάρχει μια κρίσιμη παγίδα για τον Νετανιάχου:
- Στη νέα Κνέσετ που μόλις εξελέγη, τα κόμματα της αντιπολίτευσης μαζί με τα αραβικά κόμματα διαθέτουν την απόλυτη πλειοψηφία (66 έδρες έναντι 54 του μπλοκ Νετανιάχου).
- Ακόμη κι αν δεν συμφωνήσουν στον σχηματισμό κυβέρνησης, μπορούν να συμπράξουν νομοθετικά στη «μεταβατική Κνέσετ» ώστε να ελέγξουν τον Πρόεδρο της Βουλής, να συστήσουν Κρατική Εξεταστική Επιτροπή για τις ευθύνες της 7ης Οκτωβρίου, ή ακόμη και να ψηφίσουν νόμο που θα απαγορεύει σε πολιτικό που αντιμετωπίζει ποινική δίκη να λάβει εντολή σχηματισμού κυβέρνησης — μπλοκάροντας θεσμικά τον Νετανιάχου πριν καν στηθούν οι επόμενες κάλπες.



