Την εκτίμηση ότι η επικείμενη τρίτη αύξηση των επιτοκίων από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) ενδέχεται να είναι και η τελευταία διαμορφώνουν στελέχη του Συμβουλίου Νομισματικής Πολιτικής. Σύμφωνα με δηλώσεις Κεντρικών Τραπεζιτών —όπως του Λετονού Μάρτιν Κάζακς, του Σλοβένου Πρίμοζ Ντόλεντς και του Γάλλου Εμμανουέλ Μουλέν— στο περιθώριο της συνόδου του ΔΝΤ και της Παγκόσμιας Τράπεζας στην Μπανγκόκ, η περαιτέρω σύσφιξη της αντιπληθωριστικής πολιτικής μπορεί να αναληφθεί από τις ίδιες τις αγορές μέσω της αύξησης του κόστους δανεισμού.
Αυτή η εξέλιξη κρίνεται ιδιαίτερα ευνοϊκή για την ελληνική οικονομία, καθώς η χώρα επιβαρύνεται σημαντικά περισσότερο από μια απευθείας αύξηση των βασικών επιτοκίων της ΕΚΤ παρά από την άνοδο του κόστους δανεισμού των ομολόγων. Με τα δύο τρίτα του ελληνικού χρέους να βρίσκονται στον «επίσημο» τομέα (Ευρωζώνη, EFSF, ESM) και τη διατήρηση υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων, οι δανειακές ανάγκες της Ελλάδας παραμένουν εξαιρετικά περιορισμένες. Ενδεικτικά, για το 2027 υπολογίζονται σε μόλις 8 δισ. ευρώ —έναντι 600 δισ. ευρώ της Ιταλίας—, ενώ τα ταμειακά διαθέσιμα της χώρας αναμένεται να ξεπερνούν τα 30 δισ. ευρώ στο τέλος του 2026.
Αντίθετα, μια νέα αύξηση των επιτοκίων από την ΕΚΤ θα μετακυλιόταν άμεσα στα επιτόκια χορηγήσεων, συμπαρασύροντας τα επιχειρηματικά δάνεια κυμαινόμενου επιτοκίου, τα καταναλωτικά δάνεια και τις πιστωτικές κάρτες. Μια τέτοια εξέλιξη θα έπληττε άμεσα την ιδιωτική κατανάλωση και τις επενδύσεις, θέτοντας εμπόδια στην αναπτυξιακή τροχιά του ΑΕΠ.



