Οι νέες κατασκευές που απευθύνονται σε αγοραστές με υψηλά βαλάντια, σε συνδυασμό με τη ροή χρήματος από τα νέα κρατικά στεγαστικά προγράμματα μέσω τραπεζικών δανείων, έχουν αναδιαμορφώσει πλήρως τον χάρτη του ελληνικού real estate, οδηγώντας σε αλματώδη αύξηση των τιμών σε ολόκληρη τη χώρα.
Επαγγελματίες του κλάδου επισημαίνουν ότι δημιουργείται ένα διευρυνόμενο χάσμα μεταξύ προσφοράς και ζήτησης. Προγράμματα όπως το «Σπίτι μου», αν και προσφέρουν σημαντική κοινωνική στήριξη, ενισχύουν κατακόρυφα τη ζήτηση χωρίς να υπάρχει η ανάλογη διαθεσιμότητα ακινήτων. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα οι πωλητές να αυξάνουν τις τιμές, απορροφώντας ουσιαστικά το όφελος των επιδοτούμενων επιτοκίων. Ως βιώσιμη λύση προτείνεται η άμεση αξιοποίηση και επανένταξη των κλειστών ακινήτων του Δημοσίου στην αγορά.
Σύμφωνα με στοιχεία του ΟΟΣΑ, η δαπάνη στέγασης στην Ελλάδα απορροφά το 36% του οικογενειακού εισοδήματος, έναντι μόλις 19,2% στην Ευρωπαϊκή Ένωση, αποτυπώνοντας τη μεγάλη επιβάρυνση των νοικοκυριών. Παράλληλα, η έκθεση Property Index 2026 της Deloitte κατατάσσει την Αθήνα στις λιγότερο προσιτές ευρωπαϊκές πόλεις, με τη μέση τιμή νεόδμητου να φτάνει τα 4.364 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο. Έτσι, ένας μέσος εργαζόμενος στην πρωτεύουσα χρειάζεται περίπου 16 χρόνια μικτών αποδοχών για την αγορά μιας κατοικίας 70 τ.μ., καθιστώντας την απόκτηση στέγης ιδιαίτερα δύσκολη υπόθεση.



