Ένα καινοτόμο μοντέλο μηχανικής μάθησης, το αποκαλούμενο «ρολόι ομιλίας» (speech clock), ανέπτυξε ερευνητική ομάδα υπό το Trinity College του Δουβλίνου, αποδεικνύοντας ότι η φωνή και ο προφορικός λόγος αποτυπώνουν τη βιολογική γήρανση του εγκεφάλου, τη γνωστική υγεία αλλά και τις κοινωνικές επιδράσεις. Η σχετική μελέτη δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Science Advances».
Αναλύοντας δεδομένα από 2.928 ισπανόφωνους συμμετέχοντες —υγιείς αλλά και ασθενείς με ήπια γνωστική διαταραχή, νόσο Αλτσχάιμερ και μετωποκροταφική άνοια— οι ερευνητές εξέτασαν εκατοντάδες ακουστικά και γλωσσικά χαρακτηριστικά. Το μοντέλο συνδύασε τον ρυθμό, τις παύσεις, τον τόνο, το συναισθηματικό περιεχόμενο, το λεξιλόγιο και τη σημασιολογική ακρίβεια, ώστε να υπολογίσει την απόκλιση ανάμεσα στην πραγματική χρονολογική ηλικία του ατόμου και την ηλικία που υποδεικνύει η ομιλία του.
Όπως διαπιστώθηκε, η αυξημένη «ηλικία ομιλίας» συνδέθηκε με χαμηλότερες επιδόσεις στη συνολική γνωστική λειτουργία, τη μνήμη, αλλά και με δείκτες επιταχυνόμενης βιολογικής γήρανσης. Παράλληλα, το μοντέλο κατάφερε να διακρίνει τους υγιείς συμμετέχοντες από εκείνους με άνοια, με τη διεύρυνση του χάσματος να ακολουθεί τη σοβαρότητα της πάθησης. Επιπλέον, η ομιλία αποκάλυψε και ένα «κοινωνικό αποτύπωμα», καθώς η επιταχυνόμενη γήρανσή της συνδέθηκε με δυσμενείς κοινωνικοοικονομικές συνθήκες, χαμηλότερο επίπεδο εκπαίδευσης και περιορισμένη πρόσβαση στην υγειονομική περίθαλψη.
Αν και το εργαλείο προσφέρει μια οικονομική, μη επεμβατική μέθοδο αξιολόγησης, οι ερευνητές διευκρινίζουν ότι δεν αποτελεί ακόμη διαγνωστικό τεστ. Για την κλινική του αξιοποίηση απαιτούνται μακροχρόνιες μελέτες και επικύρωση σε περισσότερες γλώσσες.



