Είκοσι τέσσερα χρόνια συμπληρώθηκαν από το οριστικό κλείσιμο των ιστορικών εργαστηρίων υψηλής ραπτικής του Ιβ Σεν Λοράν στο Παρίσι, στις 31 Οκτωβρίου 2002. Ήταν το τέλος μιας δημιουργικής διαδρομής που άλλαξε τον τρόπο με τον οποίο ντύνονται οι γυναίκες σε ολόκληρο τον κόσμο.
Ο Γάλλος σχεδιαστής δεν περιορίστηκε στη δημιουργία πολυτελών ενδυμάτων. Αμφισβήτησε καθιερωμένους κανόνες, καθιερώνοντας το γυναικείο παντελόνι, το ανδρόγυνο κοστούμι και το περίφημο γυναικείο σμόκιν ως σύμβολα κομψότητας και ανεξαρτησίας.
Γεννημένος το 1936 στο Οράν της Αλγερίας, έφτασε νεαρός στο Παρίσι και στα 21 του ανέλαβε τη δημιουργική διεύθυνση του οίκου Dior, μετά τον θάνατο του ιδρυτή του.
Το 1961 δημιούργησε τον δικό του οίκο, μαζί με τον Πιερ Μπερζέ, και άρχισε να διαμορφώνει μια νέα αισθητική που συνέδεε τη μόδα με την τέχνη και τις κοινωνικές αλλαγές.
Τα φορέματα εμπνευσμένα από τον ζωγράφο Μοντριάν, το σαφάρι τζάκετ και η σειρά έτοιμων ενδυμάτων Rive Gauche συγκαταλέγονται στις σημαντικότερες δημιουργίες του.
Ανάμεσα στις γυναίκες που συνδέθηκαν με το έργο του ήταν η Κατρίν Ντενέβ, η Τζάκι Κένεντι Ωνάση και η Ναν Κέμπνερ.
Παρά την τεράστια επιτυχία του, ο ίδιος είχε παραδεχθεί ότι οι επιδείξεις μόδας τού προκαλούσαν έντονο άγχος και ότι η σχέση του με τον χώρο ήταν αντιφατική.
Τον Ιανουάριο του 2002 ανακοίνωσε την αποχώρησή του και λίγους μήνες αργότερα τα ιστορικά ατελιέ της λεωφόρου Μαρσό έκλεισαν οριστικά.
Ο Ιβ Σεν Λοράν πέθανε το 2008, αφήνοντας μια κληρονομιά που εξακολουθεί να επηρεάζει τη σύγχρονη γυναικεία ένδυση.
Ο οίκος συνέχισε την εμπορική του δραστηριότητα, όμως η εποχή της υψηλής ραπτικής υπό την προσωπική καθοδήγηση του δημιουργού του είχε ολοκληρωθεί.



