Οι ογκώδεις διαδηλώσεις στη Γαλλία και η αύξηση του κόστους δανεισμού της χώρας αποδείχθηκαν το καθοριστικό σημείο καμπής που αποκαλύπτει τα όρια του ευρωπαϊκού κράτους πρόνοιας. Οι αγορές ομολόγων χάνουν την υπομονή τους απέναντι στην καθυστέρηση των συνταξιοδοτικών μεταρρυθμίσεων, στέλνοντας ένα σαφές μήνυμα που οφείλουν να λάβουν σοβαρά υπόψη και οι Ηνωμένες Πολιτείες.
Όσο τα επιτόκια βρίσκονταν κοντά στο μηδέν, η διόγκωση του δημοσίου χρέους έμοιαζε ανώδυνη. Ωστόσο, η επιστροφή των μακροπρόθεσμων επιτοκίων στο ιστορικό 5%, σε συνδυασμό με τη δημογραφική γήρανση, καθιστά το μοντέλο αυτό μη βιώσιμο. Η Αμερική αντιμετωπίζει πλέον παρόμοιες προκλήσεις, καθώς το δημοσιονομικό της έλλειμμα αγγίζει το 6% του ΑΕΠ και οι ετήσιες δαπάνες για τόκους ξεπερνούν τον αμυντικό προϋπολογισμό. Παρά ταύτα, το πολιτικό σύστημα συνεχίζει να υπόσχεται περαιτέρω επέκταση των κοινωνικών παροχών, στηριζόμενο αποκλειστικά στην προσδοκία μιας θεαματικής αύξησης της παραγωγικότητας μέσω της τεχνητής νοημοσύνης.
Ένα διογκωμένο κράτος, σε περιβάλλον χαμηλής ανάπτυξης και υψηλών επιτοκίων, οδητεί μαθηματικά σε αδιέξοδο. Η διάψευση των προσδοκιών για αμετακίνητη κοινωνική ασφάλιση εγκυμονεί σοβαρούς κοινωνικούς και οικονομικούς κινδύνους. Για να αποφευχθούν βίαιες αναταράξεις, απαιτείται άμεση προσαρμογή στη νέα πραγματικότητα: περιορισμός των γενικευμένων επιδοτήσεων, στόχευση των παροχών αποκλειστικά στα χαμηλότερα εισοδήματα και σταδιακή μεταρρύθμιση του συνταξιοδοτικού συστήματος με αύξηση των ορίων ηλικίας. Η αποδοχή ενός μικρότερου κράτους και η ενίσχυση της οικονομικής ανάπτυξης αποτελούν τον μόνο δρόμο για τη διασφάλιση της δημοσιονομικής σταθερότητας.



