Ισχυρή επιστημονική έρευνα και παραγωγική βάση στον τομέα του φαρμάκου διαθέτει η Ε.Ε., μαζί με ένα αποτελεσματικό σύστημα διανομής που στηρίζεται σε ανθεκτικές αλυσίδες εφοδιασμού. Οι παράγοντες αυτοί, της επιτρέπουν να επιδεικνύει ένα σταθερό εμπορικό πλεόνασμα, λόγω εξαγωγών.
Παρά τα πλεονεκτήματα αυτά, τα τελευταία χρόνια ολοένα και περισσότερο μπαίνουν ζητήματα ανταγωνιστικότητας της γηραιάς ηπείρου, ενώ υπό αμφισβήτηση τίθεται και η αναγνώριση της αξίας της καινοτομίας από τα συστήματα υγείας της Ευρώπης.
O λόγος της αμφισβήτησης, είναι ότι το 60% των καινοτόμων φαρμάκων κατευθύνεται στις ΗΠΑ, όταν το 32% αυτών μοιράζονται μεταξύ Ιαπωνίας (7%), Γερμανίας (6%), Ιταλίας και Ισπανίας (από 4%), Αγγλίας, Γαλλίας (από 3%), Καναδά (2%), Κορέας και Αυστραλίας (από 1%), ενώ ο υπόλοιπος κόσμος απορροφά το υπόλοιπο 8%.
Και αυτό συμβαίνει ενόσω οι ΗΠΑ κατέχουν το 38% του ΑΕΠ των πλούσιων χωρών του ΟΟΣΑ, η Ιαπωνία το 9%, η Γερμανία το 8%, η Αγγλία και Γαλλία από 6%, η Ιταλία το 5%, η Κορέα το 4% και ο Καναδάς, η Αυστραλία και η Ισπανία από 3%.
Τα ποσοστά αυτά δείχνουν την αναντιστοιχία που υπάρχει στην χρήση καινοτόμων φαρμάκων από τους ασθενείς, σε σχέση με το συνολικό εισόδημα του κάθε κράτους υψηλού εισοδήματος.
H ΕΕ διατηρεί ισχυρές επιδόσεις στην επιστημονική αριστεία, καταλαμβάνοντας τη δεύτερη θέση μετά το Ηνωμένο Βασίλειο
Αριστεία στην βασική επιστημονική έρευνα έχει να επιδείξει η Ε.Ε.
Τα στοιχεία αυτά περιλαμβάνονται σε δύο μελέτες για την φαρμακευτική καινοτομία, η μία της ΕΥ αφορά την κατανάλωση καινοτόμων φαρμάκων στις πλούσιες χώρες του ΟΟΣΑ και η δεύτερη των εταιρειών μελετών IQVIA σε συνεργασία με την Charles River Associates που παραθέτει τα συγκριτικά πλεονεκτήματα της Ευρώπης, ΗΠΑ, Κίνας, Ελβετίας και Μ. Βρετανίας σε ότι αφορά την ανταγωνιστικότητα, τις επενδύσεις και την καινοτομία στον κλάδο του φαρμάκου.
Σύμφωνα με την ΕΥ, υπάρχει έντονη αναντιστοιχία μεταξύ εισοδήματος και χρήσης καινοτόμων φαρμάκων, παρότι κανείς θα περίμενε να υπάρχει αναλογικότητα στο βιοτικό επίπεδο και την χρήση νέων τεχνολογιών υγείας.
Η διαπίστωση αυτή φαίνεται περισσότερο αν εξετάσει κανείς την κατά κεφαλήν δαπάνη για φάρμακα καινοτομίας.
Στις ΗΠΑ η δαπάνη για καινοτόμα φάρμακα ως ποσοστό του κατά κεφαλήν ΑΕΠ φτάνει το 0,78%, όταν στην Ε.Ε. είναι 0,34% και στις υπόλοιπες χώρες 0,31%.
Από την Ε.Ε. το μεγαλύτερο ποσοστό δαπανούν οι Ισπανοί με 0,53% και οι Ιταλοί με 0,46%, όταν οι Γερμανοί διαθέτουν το 0,36%, οι Γάλλοι το 0,29% και οι Βρετανοί το 0,28%. Από την Ανατολή, οι Ιάπωνες διαθέτουν το 0,40% του κατά κεφαλήν εισοδήματός τους, ενώ οι Κορεάτες το 0,09%, ενώ οι Αυστραλοί το 0,26%.
Από την πλευρά των IQVIA και Charles River Associates, η κοινή έρευνά τους, αναδεικνύει την ύπαρξη αριστείας στην βασική – πρωταρχική – έρευνα στην Ε.Ε. για την ανακάλυψη νέων φαρμάκων, παράλληλα με την ισχυρή βιομηχανική παραγωγή. Στον αντίποδα, οι ερευνητές εντοπίζουν προκλήσεις που σχετίζονται με την ταχύτητα των θεσμοθετημένων διαδικασιών, με τα κίνητρα για την πνευματική ιδιοκτησία και με το περιβάλλον εμπορικής δραστηριοποίησης. Οι προκλήσεις αυτές, επισημαίνουν οι ειδικοί, θέτουν σε κίνδυνο την ανταγωνιστικότητα της Ε.Ε. στην παγκόσμια κοινότητα.
Έρευνα και Καινοτομία
Ειδικότερα, η ΕΕ διατηρεί ισχυρές επιδόσεις στην επιστημονική αριστεία, καταλαμβάνοντας τη δεύτερη θέση μετά το Ηνωμένο Βασίλειο. Οι ισχυρές επιδόσεις επεκτείνονται και στις ψηφιακές δυνατότητες, αν και παρατηρείται υστέρηση σε σχέση με τις ΗΠΑ.
Η περιοχή υστερεί σε σχέση με τους ανταγωνιστές στης στον ρυθμό αύξησης των επενδύσεων της βιομηχανίας σε Ε&Α, υστερεί σε σχέση με την Ελβετία στα κίνητρα για Ε&Α και αντιμετωπίζει ένα αυξανόμενο χάσμα στην ελκυστικότητα των κλινικών δοκιμών σε σύγκριση με την Κίνα και τις ΗΠΑ.
Χαρακτηριστικά, το μερίδιο του ΕΟΧ στις παγκόσμιες κλινικές δοκιμές μειώθηκε κατά 50% μεταξύ των ετών 2013 – 2023.
Στις αιτήσεις για διπλώματα ευρεσιτεχνίας παρατηρείται μια μέτρια αύξηση της τάξης του 6% κατά την περίοδο 2014-2024, όμως η αύξηση κατά 170% στην Κίνα κάνει την Ευρώπη να φαίνεται στάσιμη.
Ρύθμιση της αγοράς
Η ΕΕ υστερεί στις εγκρίσεις νέων δραστικών ουσιών, πέφτοντας κατά 20% την τελευταία δεκαετία, έναντι αύξησης 470% της Κίνας.
Στην Ε.Ε. η χρήση των εγκρίσεων νέων φαρμάκων μέσω ταχείας διαδικασίας παραμένει ελάχιστη (το 2024 ήταν μηδενική στην Ε.Ε., έναντι 53% στις ΗΠΑ).
Ο χρόνος έγκρισης των νέων φαρμάκων από τις ρυθμιστικές αρχές έχουν βελτιωθεί στις 430 ημέρες το 2024, έναντι 464 το 2015. Παρόλα αυτά, παραμένει μεγαλύτερος από ό,τι στην Κίνα (390 ημέρες) και τις ΗΠΑ (356 ημέρες).
Εμπορικό περιβάλλον
Η φαρμακευτικής δαπάνη στην ΕΕ φτάνει το 1% του ΑΕΠ της, όταν στην Κίνα φτάνει το 1,8% και στις ΗΠΑ το 2%.
Όσον αφορά τις άμεσες ξένες επενδύσεις που υποδέχεται η ΕΕ, χαρακτηρίζονται ως μέτριες σε απόδοση με 1,5 δισ. ευρώ το 2023, σε σύγκριση με την Κίνα (2,3 δισ. ευρώ) και τις ΗΠΑ (4,3 δισ. ευρώ).
Χαμηλά κινούνται και τα λανσαρίσματα νέων φαρμάκων καθώς μεταξύ των ετών 2012-2021 στην ΕΕ κυκλοφόρησε το 39% των φαρμάκων που τέθηκαν σε κυκλοφορία στην αγορά διεθνώς, έναντι 85% στις ΗΠΑ.
Τέλος, οι υποχρεωτικές επιστροφές από τον κλάδο (clawback), που φτάνουν μέχρι και 53% σε ορισμένες χώρες της ΕΕ, είναι μοναδικές στον κόσμο και αποτρέπουν τις επενδύσεις, δεδομένου ότι στην Κίνα, την Ελβετία και τις ΗΠΑ, είναι μηδενικές.
Διαπρεπής βιομηχανική παραγωγή
Η ΕΕ διαπρέπει σε αυτόν τον τομέα, με ισχυρή αύξηση των επενδύσεων στον τομέα της μεταποίησης (σύνθετος ετήσιος ρυθμός ανάπτυξης 15% (2018–2022), ξεπερνώντας το 11% της Κίνας) και διατηρεί ένα επίμονο εμπορικό πλεόνασμα, που αντανακλά τις ανθεκτικές αλυσίδες εφοδιασμού και τις εξαγωγικές δυνατότητες. Ωστόσο, η διατήρηση αυτής της θέσης δεν μπορεί να θεωρηθεί δεδομένη σε ένα ολοένα και πιο ανταγωνιστικό παγκόσμιο τοπίο.
Πλεονεκτήματα και αδυναμίες
Στις προτάσεις τους, οι ειδικοί των IQVIA και Charles River Associates εντοπίζουν ως σημεία ισχύος της Ευρώπης που πρέπει να ενισχυθούν:
- Την επιστημονική αριστεία και ερευνητική βάση: Τα αποτελέσματα της ιατρικής έρευνας πολλών χωρών της ΕΕ παραμένουν υψηλής ποιότητας, παρέχοντας μια ισχυρή βάση για την ανάπτυξη και την κλιμάκωση καινοτομιών.
- Τις ψηφιακές δυνατότητες: Οι ψηφιακές δυνατότητες είναι προηγμένες, επιτρέποντας πλατφόρμες για ψηφιακά εργαλεία υγείας, κλινικές δοκιμές που βασίζονται στην τεχνητή νοημοσύνη και κανονισμούς που βασίζονται σε δεδομένα.
- Τις βιομηχανικές και εμπορικές επιδόσεις: Στην ΕΕ, οι επενδύσεις στην φαρμακευτική βιομηχανία συνεχίζουν να αυξάνονται, ενώ το πλεόνασμα του φαρμακευτικού εμπορίου παραμένει, σηματοδοτώντας ισχυρή παραγωγική και εξαγωγική ικανότητα. Ωστόσο, η διατήρηση αυτής της θέσης δεν μπορεί να θεωρηθεί δεδομένη καθώς εντείνεται ο παγκόσμιος ανταγωνισμός.
Αντίθετα τα σημεία βελτίωσης της ανταγωνιστικότητας που χρειάζεται να ενισχυθούν είναι:
- Η μόχλευση επενδύσεων στην Ε&Α: Οι δυνατότητες διαφέρουν σε εύρος και αξία σε ολόκληρη την ΕΕ. Ο κατακερματισμός και ο διοικητικός φόρτος μειώνουν την ελκυστικότητα σε σχέση με την Ελβετία και την Κίνα.
- Τα διπλώματα ευρεσιτεχνίας και ο σχηματισμός κεφαλαίου: Οι αιτήσεις για διπλώματα ευρεσιτεχνίας και οι τάσεις εισροής άμεσων ξένων επενδύσεων στον φαρμακευτικό κλάδο, δείχνουν ότι η ΕΕ δεν καταλαμβάνει αναλογικά το μερίδιο του κεφαλαίου κινητών αξιών για καινοτομία σε σχέση με τους διεθνείς ανταγωνιστές της.
- Η αβεβαιότητα για την προστασία της πνευματικής ιδιοκτησίας: Το πλαίσιο της πνευματικής ιδιοκτησίας είναι λιγότερο προβλέψιμο στην Ε.Ε. από ό,τι στο Ηνωμένο Βασίλειο και τις ΗΠΑ.
- Η ελκυστικότητα των κλινικών δοκιμών και η παραγωγή καινοτομίας: Την τελευταία δεκαετία, το μερίδιο της ΕΕ στην έναρξη κλινικών δοκιμών παγκοσμίως έχει μειωθεί στο 12%, ενώ η Κίνα αντιπροσωπεύει πλέον περίπου το 30% των νέων παγκόσμιων δοκιμών.
- Η προέλευση νέων φαρμάκων: Η Κίνα έχει ξεπεράσει τόσο την ΕΕ όσο και τις ΗΠΑ ως δημιουργός νέων φαρμάκων, αυξάνοντας από 4 νέες θεραπείες το 2018 σε 28 το 2024.
- Το ρυθμιστικό πλαίσιο: Οι διαδικασίες ταχείας έγκρισης νέων φαρμάκων δεν αξιοποιούνται επαρκώς σε σύγκριση με τις ανταγωνιστικές χώρες, ενώ τα χρονοδιαγράμματα έγκρισης, αν και βελτιώνονται, παραμένουν πολύ μεγαλύτερα.
- Η κυκλοφορία φαρμάκων: Οι αγορές της ΕΕ έχουν μικρότερο μερίδιο στις νέες κυκλοφορίες φαρμάκων και συνήθως έχουν μεταγενέστερο χρόνο κυκλοφορίας από τις ΗΠΑ, με διάμεσο χρόνο κυκλοφορίας στην ΕΕ περίπου 24 μήνες, έναντι σχεδόν 4 μηνών στις ΗΠΑ.





