Κλείνουν οι πόρτες για τις κλινικές μελέτες στη χώρα μας, με τη νέα απόφαση για το επενδυτικό clawback που έλαβε το κυβερνητικό επιτελείο των υπουργείων Υγείας, Ανάπτυξης και Εθνικής Οικονομίας, επισημαίνουν οι εκπρόσωποι των διεθνών φαρμακευτικών οίκων που δραστηριοποιούνται και στη χώρα μας.

Τονίζουν μάλιστα, ότι παρά τα προφανή οφέλη για την κοινωνία, τη δημόσια υγεία και την οικονομία της χώρας, δεν εισακούστηκαν οι προτάσεις του κλάδου, με αποτέλεσμα να μην συμπεριληφθεί τίποτα από αυτές στην τελευταία απόφαση για το επενδυτικό clawback.

Το γεγονός επισημαίνεται ότι θα προκαλέσει απώλειες εσόδων για το κράτος, όμως το κυριότερο, οι ασθενείς δεν θα μπορέσουν να επωφεληθούν από προηγμένες θεραπείες που θα βρεθούν στην αγορά μετά από 8-10 χρόνια,

Ο πρόεδρος και ο γενικός διευθυντής του Συνδέσμου Φαρμακευτικών Επιχειρήσεων Ελλάδος (ΣΦΕΕ) Ολύμπιος Παπαδημητρίου και Μιχάλης Χειμώνας, εξέφρασαν την απογοήτευση του κλάδου με επιστολή τους προς τους υπουργούς Υγείας και Ανάπτυξης Άδωνι Γεωργιάδη και Τάκη Θεοδωρικάκο και τους υφυπουργούς Εθνικής Οικονομίας και Ανάπτυξης Θάνο Πετραλιά και Σταύρο Καλαφάτη που υπέγραψαν τη σχετική απόφαση, ενώ κοινοποίησαν την επιστολή και στον υπουργό Επικρατείας Άκη Σκέρτσο καθώς και στις οργανώσεις των ασθενών την ΕΣΑΜΕΑ και την Ένωση Ασθενών Ελλάδας.

«Μία πολυεθνική εταιρεία μπορεί να διεξάγει κλινικές μελέτες σε οποιαδήποτε χώρα επιλέξει και δεν θα ακυρώσει τα σχέδιά της, εάν δεν τις υλοποιήσει στην Ελλάδα»

Υποστήριξη στον εξοπλισμό των εργαστηρίων των νοσοκομείων παρέχουν οι κλινικές μελέτες

Αναλυτικά, στην επιστολή επισημαίνεται πως «είναι εμφανές ότι η Πολιτεία αγνοεί ένα βασικό δεδομένο», το γεγονός ότι «η ανάπτυξη νέων φαρμάκων πραγματοποιείται σχεδόν αποκλειστικά από πολυεθνικές εταιρείες σε παγκόσμιο επίπεδο».

Παρόλα αυτά, όπως σημειώνεται στην επιστολή, δικαιούχοι στο συμψηφισμό επενδύσεων για κλινικές μελέτες «εμπίπτουν ελληνικές μητρικές εταιρείες και όχι αλλοδαπές που διαθέτουν υποκαταστήματα στην Ελλάδα».

Επίσης τονίζεται σε ότι αφορά τους προϋπολογισμούς των έργων, ότι «δεν προκύπτει διαχωρισμός μεταξύ του κονδυλίου που είναι διαθέσιμο για έργα Έρευνας και Ανάπτυξης (Ε&Α) και εκείνου που αφορά Επενδυτικά Σχέδια. Πάλι, εδώ η Πολιτεία αγνοεί τη μεθοδολογία και την πολυπλοκότητα των κλινικών μελετών».

Χρόνοι υλοποίησης

Όπως επισημαίνει ο ΣΦΕΕ, «Στην απόφαση, με το άρθρο 7 παρ. 2, προβλέπεται υποχρέωση υλοποίησης τουλάχιστον του 70% του φυσικού και οικονομικού αντικειμένου του έργου με βάση την έκδοση των αποφάσεων ένταξης.

Επιπλέον, το άρθρο 3 ορίζει ότι η χρονική διάρκεια του έργου ορίζεται έως 31/12/2028.

Εδώ, η Πολιτεία αγνοεί ότι μία κλινική μελέτη διαρκεί τουλάχιστον 3–4 χρόνια και ότι το μεγαλύτερο μέρος του έργου πραγματοποιείται προς το τέλος της, όταν έχει ενταχθεί μεγαλύτερος αριθμός ασθενών».

Απώλειες κοινωνικές και οικονομικές

Καταλήγοντας στην επιστολή, οι εκπρόσωποι του ΣΦΕΕ σημειώνουν ότι «Μία πολυεθνική εταιρεία μπορεί να διεξάγει κλινικές μελέτες σε οποιαδήποτε χώρα επιλέξει και δεν θα ακυρώσει τα σχέδιά της, εάν δεν τις υλοποιήσει στην Ελλάδα.

Ο πραγματικά αδικημένος είναι ο ασθενής στη χώρα μας, ο οποίος θα μπορούσε να έχει πρόσβαση σε καινοτόμες θεραπείες άμεσα, ενώ αυτές θα διατεθούν στην αγορά μετά από 8–10 χρόνια.

Παράλληλα, το σύστημα υγείας δεν αξιοποιεί τη δυνατότητα παροχής ακριβών θεραπειών δωρεάν στους ασθενείς που συμμετέχουν σε κλινικές μελέτες.

Τέλος, η Εθνική Οικονομία απεμπολεί πρόσθετους οικονομικούς πόρους αλλά και θέσεις εργασίας για νέους και όχι μόνο επιστήμονες, με ιδιαίτερα ικανοποιητικές αποδοχές.

Συμπερασματικά, σε έναν ακόμη τομέα η Ελληνική Πολιτεία δεν ανοίγει την πόρτα στη φαρμακευτική καινοτομία, χωρίς να συνυπολογίζει τις επιπτώσεις που αυτό συνεπάγεται για τη Δημόσια Υγεία, την Οικονομία και την Κοινωνία».